loiter
/ρήμα/
- Το να πλανάσαι γύρω από ενα σημείο.
- Παράβαση νόμων ή διαταγμάτων που απαγορεύουν την άσκοπη παραμονή σε μία περιοχή για παρατεταμένο
χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα αν αυτή θεωρηθεί πώς μπορεί να προσβάλει πρόσωπα ή ιδιοκτησία. - Κατηγορία που έχει χρησιμοποιηθεί για την απομάκρυνση από τον δημόσιο χώρο “ενοχλητικών στοιχείων” για τις κανονικότητες της εκάστοτε περιοχής και εποχής: σεξεργάτριες, φυλετικοποιημένοι άνθρωποι, φτωχές, επέτες, μεθυσμένα, μαστουρωμένα, πλανόδιοι μικροπωλητές, τζογαδόροι του δρόμου, μάντισες, άντρες που βγήκαν για γκέι ψωνιστήρι, αλητάκια.